δίγλωσσος

δί-γλωσσος, [dialect] Att. [suff] δί-ττος, ον,
A speaking two languages, Th.8.85, 4.109, Gal.8.585:— as Subst., δίγλωσσος, , interpreter, dragoman, Plu. Them.6.
II double-tongued, deceitful, LXXSi.5.9, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δίγλωσσος — speaking two languages masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίγλωσσος — η, ο (Α σσος, ον και ττος, ον) 1. αυτός που έχει δύο γλώσσες 2. αυτός που μιλά δύο γλώσσες 3. (για επιγραφές, βιβλία, νόμους κ.λπ.) ο συντεταγμένος σε δύο γλώσσες νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το δίγλωσσο αρχ. 1. δόλιος, απατηλός («οὕτως ὁ ἁμαρτωλὸς ὁ… …   Dictionary of Greek

  • δίγλωσσος — [диглоссос] εκ. двуязычный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δίγλωσσος — η, ο 1. αυτός που χρησιμοποιεί εξίσου καλά δύο γλώσσες. 2. αυτός που είναι γραμμένος σε δύο διαφορετικές γλώσσες: Οι οδηγίες αυτής της συσκευής είναι δίγλωσσες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δίγλωσσον — δίγλωσσος speaking two languages masc/fem acc sg δίγλωσσος speaking two languages neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίγλωττον — δίγλωσσος speaking two languages masc/fem acc sg (attic) δίγλωσσος speaking two languages neut nom/voc/acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διγλώσσοις — δίγλωσσος speaking two languages masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διγλώσσου — δίγλωσσος speaking two languages masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διγλώσσους — δίγλωσσος speaking two languages masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διγλώσσων — δίγλωσσος speaking two languages masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διγλώσσῳ — δίγλωσσος speaking two languages masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.